Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πεντηκοντακαιτριέτης
πεντηκοντακάρηνος
πεντηκοντακέφαλος
πεντηκοντάκολλος
πεντηκοντάλιτρος
πεντηκονταμηναῖος
πεντηκονταμναῖος
πεντηκοντάπαις
πεντηκοντάπηχυς
πεντηκοντάπλεθρος
πεντηκονταρχέω
πεντηκονταρχία
πεντηκόνταρχος
πεντηκοντάς
πεντηκονταστάτηρον
πεντηκονταταλαντία
πεντηκοντατέσσαρες
πεντηκοντατρεῖς
πεντηκοντάχοος
πεντηκόντερος
πεντηκοντήρ
View word page
πεντηκονταρχέω
to be πεντηκόνταρχος
ShortDef
to be πεντηκόνταρχος
Debugging
Headword:
πεντηκονταρχέω
Headword (normalized):
πεντηκονταρχέω
Headword (normalized/stripped):
πεντηκονταρχεω
Intro Text:
to be πεντηκόνταρχος
IDX:
68000
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-68001
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be πεντηκόνταρχος" }