Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πένθημα
πενθημερία
πενθήμερος
πενθημιαρτάβη
πενθημίγυον
πενθημιμερής
πενθημιπόδιος
πενθημισπίθαμος
πενθημιταλαντιαῖος
πενθήμων
πενθήρης
πενθηρός
πένθησις
πενθητέον
πενθητήρ
πενθητήριος
πενθικός
πένθιμος
πενθοποιέω
πένθος
πενία
View word page
πενθήρης
lamenting, mourning
ShortDef
lamenting, mourning
Debugging
Headword:
πενθήρης
Headword (normalized):
πενθήρης
Headword (normalized/stripped):
πενθηρης
Intro Text:
lamenting, mourning
IDX:
67797
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-67798
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "lamenting, mourning" }