Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πενθέτηρος
Πενθεύς
πενθέω
πένθημα
πενθημερία
πενθήμερος
πενθημιαρτάβη
πενθημίγυον
πενθημιμερής
πενθημιπόδιος
πενθημισπίθαμος
πενθημιταλαντιαῖος
πενθήμων
πενθήρης
πενθηρός
πένθησις
πενθητέον
πενθητήρ
πενθητήριος
πενθικός
πένθιμος
View word page
πενθημισπίθαμος
spans long
ShortDef
spans long
Debugging
Headword:
πενθημισπίθαμος
Headword (normalized):
πενθημισπίθαμος
Headword (normalized/stripped):
πενθημισπιθαμος
Intro Text:
spans long
IDX:
67794
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-67795
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "spans long" }