Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πελλαντήρ
πελλᾶς
Πελληνεύς
Πελλήνη
πελλίς
πελλοράφος
πελλός
πέλλυτρα
πέλμα
πελματίζω
πελματόομαι
Πελοπηιάδας
Πελοπηΐς
Πελοπίδης
Πελοποννασιστί
Πελοποννησιακός
Πελοποννήσιος
Πελοπόννησος
Πέλοψ
πελτάζω
πελταστής
View word page
πελματόομαι
become worn in the sole
ShortDef
become worn in the sole
Debugging
Headword:
πελματόομαι
Headword (normalized):
πελματόομαι
Headword (normalized/stripped):
πελματοομαι
Intro Text:
become worn in the sole
IDX:
67716
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-67717
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "become worn in the sole" }