Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πελεκισμός
πέλεκκον
πελεκοφόρος
πέλεκυς
πελεκυφόρος
πελεμίζω
πελιαίνομαι
Πελιάς
Πελίας
πελιδνός
πελίδνωμα
Πελινναῖον
πελιόομαι
πελιός
πελιότης
πελίωμα
πελίωσις
πέλλα
Πέλλα
πελλαντήρ
πελλᾶς
View word page
πελίδνωμα
livid spot
ShortDef
livid spot
Debugging
Headword:
πελίδνωμα
Headword (normalized):
πελίδνωμα
Headword (normalized/stripped):
πελιδνωμα
Intro Text:
livid spot
IDX:
67697
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-67698
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "livid spot" }