Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πειραστικός
πειρατέον
πειρατέος
πειρατεύω
πειρατήριον
πειρατήριος
πειρατής
πειρατικός
πειράω
Πειρήνη
πειρητίζω
Πειρίθοος
πείρινς
πείρω
πεῖσα
Πείσανδρος
Πεισηνορίδης
Πεισήνωρ
Πεισιανάκτειος
Πεισιάναξ
Πεισίας
View word page
πειρητίζω
to attempt, try, prove
ShortDef
to attempt, try, prove
Debugging
Headword:
πειρητίζω
Headword (normalized):
πειρητίζω
Headword (normalized/stripped):
πειρητιζω
Intro Text:
to attempt, try, prove
IDX:
67607
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-67608
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to attempt, try, prove" }