Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πειραίνω
Πείραιον
Πείραιος
πεῖραρ
πεῖρας
πείρασις
πειρασμός
πειραστής
πειραστικός
πειρατέον
πειρατέος
πειρατεύω
πειρατήριον
πειρατήριος
πειρατής
πειρατικός
πειράω
Πειρήνη
πειρητίζω
Πειρίθοος
πείρινς
View word page
πειρατέος
one must attempt
ShortDef
one must attempt
Debugging
Headword:
πειρατέος
Headword (normalized):
πειρατέος
Headword (normalized/stripped):
πειρατεος
Intro Text:
one must attempt
IDX:
67599
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-67600
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "one must attempt" }