Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πατρωνύμιος
πατρώνυμος
πατρῷος
πατρωός
πάτρως
πατταλίας
πάτωρ
παῦλα
Παῦλος
παυράκι
παυρίδιος
παυροεπής
παῦρος
παυσάνεμος
παυσανίας
Παυσανίας
Παυσίας
παυσίκακος
παυσικάπη
παυσίλυπος
παυσίνοσος
View word page
παυρίδιος
little, small (παῦρος)
ShortDef
little, small (παῦρος)
Debugging
Headword:
παυρίδιος
Headword (normalized):
παυρίδιος
Headword (normalized/stripped):
παυριδιος
Intro Text:
little, small (παῦρος)
IDX:
67407
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-67408
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "little, small (παῦρος)" }