Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Πάρνης
Παρνησός
Πάρνοι
Παρνόπιος
πάρνοψ
Πάρνων
παρξοά
παρό
παρογκόομαι
παροδεία
παροδευτικός
παροδεύω
παροδία
παροδικός
παρόδιος
παροδίτης
παροδοποιέω
πάροδος
πάροδος2
παροδύρομαι
παροίγνυμι
View word page
παροδευτικός
causing to pass
ShortDef
causing to pass
Debugging
Headword:
παροδευτικός
Headword (normalized):
παροδευτικός
Headword (normalized/stripped):
παροδευτικος
Intro Text:
causing to pass
IDX:
67015
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-67016
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "causing to pass" }