Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

παρευρίσκω
παρευτακτέω
παρευτρεπίζω
παρευωχέομαι
παρεφάπτομαι
παρεφεδρεύω
παρεφηβεία
παρεφθαρμένως
παρέχω
παρηβάω
πάρηβος
παρηγεμονικὰ
παρηγέομαι
παρηγμένως
παρηγορέω
παρηγόρημα
παρηγορητέον
παρηγορία
παρηγορικός
παρήγορος
παρηδύνω
View word page
πάρηβος
past one's prime

ShortDef

past one's prime

Debugging

Headword:
πάρηβος
Headword (normalized):
πάρηβος
Headword (normalized/stripped):
παρηβος
IDX:
66884
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-66885
Key:

Data

{'content': "past one's prime"}