Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
παρέξοδος
παρεξουδενέω
παρέξω
παρεξωθέω
παρέοικα
παρεοικότως
παρέπαινος
παρεπαίρομαι
παρεπαισθάνομαι
παρεπαίσθημα
παρεπέχω
παρεπιβοηθέω
παρεπιγραφή
παρεπιγράφω
παρεπιδαμίων
παρεπιδείκνυμι
παρεπιδημέω
παρεπιδημία
παρεπίδημος
παρεπίδικος
παρεπικουρέω
View word page
παρεπέχω
suspend for a time
ShortDef
suspend for a time
Debugging
Headword:
παρεπέχω
Headword (normalized):
παρεπέχω
Headword (normalized/stripped):
παρεπεχω
Intro Text:
suspend for a time
IDX:
66808
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-66809
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "suspend for a time" }