Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
παρενόχλησις
παρενσαλεύω
παρενσπείρομαι
παρενστάζω
παρένσταξις
παρενσφηνόομαι
παρένταξις
παρεντάττω
παρεντείνω
παρέντευξις
παρεντίθημι
παρεντρώγω
παρεντυγχάνω
παρεντυχία
παρενυφαίνω
παρέξ
παρεξάγω
παρεξαγωγή
παρεξαιρέω
παρεξαίρω
παρεξαλλάττω
View word page
παρεντίθημι
insert
ShortDef
insert
Debugging
Headword:
παρεντίθημι
Headword (normalized):
παρεντίθημι
Headword (normalized/stripped):
παρεντιθημι
Intro Text:
insert
IDX:
66769
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-66770
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "insert" }