Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
παρασφίγγω
παρασφραγίζω
παρασφραγισμός
παρασφύριος
παράσφυρος
παρασχάζω
παρασχεδόν
παράσχεσις
παρασχετέον
παρασχηματιαῖον
παρασχηματίζω
παρασχηματισμός
παρασχίδες
παρασχίζω
παρασχιστής
παρασχιστικός
παρασχοινίζω
παρασχοίνισμα
Παρασώπιος
παρασωρεύω
παραταγή
View word page
παρασχηματίζω
change from the true form, transform
ShortDef
change from the true form, transform
Debugging
Headword:
παρασχηματίζω
Headword (normalized):
παρασχηματίζω
Headword (normalized/stripped):
παρασχηματιζω
IDX:
66303
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-66304
Key:
Data
{'content': 'change from the true form, transform'}