Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
παρανακλίνω
παρανακύπτω
παραναλίσκω
παρανάλωμα
παραναπαύομαι
παραναπείθω
παραναπίπτω
παρανατείνω
παρανατέλλω
παρανατολή
παραναφωνέω
παρανδρόομαι
παρανέμω
παρανέομαι
παρανευρίζομαι
παρανεύω
παρανέω
παρανηέω
παρανηνέω
παρανήτη
παρανήχομαι
View word page
παραναφωνέω
to be parenthetical
ShortDef
to be parenthetical
Debugging
Headword:
παραναφωνέω
Headword (normalized):
παραναφωνέω
Headword (normalized/stripped):
παραναφωνεω
Intro Text:
to be parenthetical
IDX:
65934
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-65935
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be parenthetical" }