Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
παρακινητικός
παρακίρναμαι
παρακίω
παρακλαίω
παρακλάομαι
παράκλασις
παρακλαυσίθυρον
παρακλείδιος
παρακλείω
παρακλέπτω
παράκλησις
παρακλητέος
παρακλητεύω
παρακλητικός
παράκλητος
παρακλήτωρ
παρακλιδόν
παρακλίνω
παρακλίτης
παρακλύζω
παρακμάζω
View word page
παράκλησις
a calling to one's aid, summons
ShortDef
a calling to one's aid, summons
Debugging
Headword:
παράκλησις
Headword (normalized):
παράκλησις
Headword (normalized/stripped):
παρακλησις
IDX:
65672
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-65673
Key:
Data
{'content': "a calling to one's aid, summons"}