Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
παλιμμήκης
παλίμπαις
παλιμπέτεια
παλιμπετής
παλίμπηγα
παλίμπηξις
παλίμπισσα
παλίμπλαγκτος
παλιμπλάζομαι
παλιμπλανής
παλιμπλεκής
παλίμπλους
παλίμπλυτος
παλιμπνόη
παλίμπνοος
παλίμποινος
παλίμπορος
παλίμποτον
παλίμπους
παλιμπρατέω
παλίμπρατος
View word page
παλιμπλεκής
twined
ShortDef
twined
Debugging
Headword:
παλιμπλεκής
Headword (normalized):
παλιμπλεκής
Headword (normalized/stripped):
παλιμπλεκης
IDX:
64531
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-64532
Key:
Data
{'content': 'twined'}