Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
παγκαρπία
πάγκαρπος
παγκατάμικτος
παγκαταπύγων
παγκατάρατος
παγκευθής
πάγκλαυστος
πάγκλειτος
παγκλέπτης
παγκληρία
πάγκληρος
πάγκοινος
παγκοίρανος
παγκοίτης
παγκόνιτος
παγκόσμιος
πάγκοσμος
παγκρατής
παγκρατησία
παγκρατιάζω
παγκρατιαστής
View word page
πάγκληρος
held in full possession
ShortDef
held in full possession
Debugging
Headword:
πάγκληρος
Headword (normalized):
πάγκληρος
Headword (normalized/stripped):
παγκληρος
Intro Text:
held in full possession
IDX:
64183
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-64184
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "held in full possession" }