Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἄναρμος
ἀναρμοστέω
ἀναρμοστία
ἀνάρμοστος
ἀναροτρίαστος
ἀναρπάγδην
ἀναρπαγή
ἀναρπάζω
ἀναρπαστέον
ἀναρπαστός
ἀναρραΐζω
ἀναρραίνω
ἀναρράπτω
ἀναρράσσω
ἀναρραφή
ἀναρραφικός
ἀναρραψῳδέω
ἀναρρέπω
ἀναρρέω
ἀναρρήγνυμι
ἀνάρρημα
View word page
ἀναρραΐζω
recover from a bad illness
ShortDef
recover from a bad illness
Debugging
Headword:
ἀναρραΐζω
Headword (normalized):
ἀναρραΐζω
Headword (normalized/stripped):
αναρραιζω
IDX:
6415
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-6416
Key:
Data
{'content': 'recover from a bad illness'}