Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὀρτυγοκόμος
ὀρτυγοκοπέω
ὀρτυγοκοπία
ὀρτυγοκοπικός
ὀρτυγοκόπος
ὀρτυγομανία
ὀρτυγομήτρα
ὀρτυγοπώλης
ὀρτυγοτροφεῖον
ὀρτυγοτροφέω
ὀρτυγοτρόφος
ὄρτυξ
ὀρυά
ὀρύα
ὀρυγεύς
ὀρυγή
ὄρυγμα
ὄρυζα
ὀρυζίτης
ὀρυζοτροφέω
ὀρυκτέον
View word page
ὀρτυγοτρόφος
keeper of quails
ShortDef
keeper of quails
Debugging
Headword:
ὀρτυγοτρόφος
Headword (normalized):
ὀρτυγοτρόφος
Headword (normalized/stripped):
ορτυγοτροφος
Intro Text:
keeper of quails
IDX:
63323
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-63324
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "keeper of quails" }