Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὀρσίμαχος
ὀρσινεφής
ὀρσίπους
ὀρσοδάκνη
ὀρσόθριξ
ὀρσοθύρη
ὀρσολοπεύω
ὀρσόλοπος
ὀρσοτρίαινα
ὀρσύδρα
ὀρταλίς
ὀρτάλιχος
Ὁρτησία
Ὁρτήσιος
Ὀρτυγία
Ὀρτυγίη
ὀρτυγοθήρας
ὀρτυγοκόμος
ὀρτυγοκοπέω
ὀρτυγοκοπία
ὀρτυγοκοπικός
View word page
ὀρταλίς
fowl
ShortDef
fowl
Debugging
Headword:
ὀρταλίς
Headword (normalized):
ὀρταλίς
Headword (normalized/stripped):
ορταλις
IDX:
63306
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-63307
Key:
Data
{'content': 'fowl'}