Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀναποδέχομαι
ἀναποδήμητος
ἀναποδίζω
ἀναποδισμός
ἀναποδιστής
ἀναποδιστικός
ἀναπόδοτος
ἀναποδόω
ἀναπόδραστος
ἀναπόθετος
ἀναποιέω
ἀναποίητος
ἀναποικίλλω
ἀνάποινος
ἀναποκλύζω
ἀναπόκριτος
ἀναπολάζω
ἀναπολαυστία
ἀναπόλαυστος
ἀναπολεμέω
ἀναπολεύω
View word page
ἀναποιέω
make up, prepare
ShortDef
make up, prepare
Debugging
Headword:
ἀναποιέω
Headword (normalized):
ἀναποιέω
Headword (normalized/stripped):
αναποιεω
Intro Text:
make up, prepare
IDX:
6314
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-6315
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "make up, prepare" }