Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὀρεκτός
ὀρεμπόται
ὄρεξις
ὀρέομαι
ὀρεομήκης
ὀρεοπολέω
ὀρεοπόλος
ὀρεοσέλινον
ὀρεοφύλαξ
ὀρέσβιος
ὀρεσινομία
ὀρεσίτροφος
ὀρεσκεύω
ὀρέσκιος
ὀρεσκῷος
ὀρέσσαυλος
ὀρεσσιβάτης
ὀρεσσίγονος
ὀρεσσίφυτος
ὀρεσσίχυτος
Ὀρέστεια
View word page
ὀρεσινομία
frequenting of heights
ShortDef
frequenting of heights
Debugging
Headword:
ὀρεσινομία
Headword (normalized):
ὀρεσινομία
Headword (normalized/stripped):
ορεσινομια
Intro Text:
frequenting of heights
IDX:
62913
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-62914
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "frequenting of heights" }