Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὀρειχάλκινος
ὀρείχαλκος
ὀρειώδης
ὀρεκτέος
ὀρεκτικός
ὀρεκτός
ὀρεμπόται
ὄρεξις
ὀρέομαι
ὀρεομήκης
ὀρεοπολέω
ὀρεοπόλος
ὀρεοσέλινον
ὀρεοφύλαξ
ὀρέσβιος
ὀρεσινομία
ὀρεσίτροφος
ὀρεσκεύω
ὀρέσκιος
ὀρεσκῷος
ὀρέσσαυλος
View word page
ὀρεοπολέω
to haunt mountains
ShortDef
to haunt mountains
Debugging
Headword:
ὀρεοπολέω
Headword (normalized):
ὀρεοπολέω
Headword (normalized/stripped):
ορεοπολεω
Intro Text:
to haunt mountains
IDX:
62908
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-62909
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to haunt mountains" }