Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀνάπλαστος
ἀναπλατύνομαι
ἀναπλέκω
ἀνάπλεος
ἀνάπλευσις
ἀναπλέω
ἀναπλήθω
ἀναπλημμυρέω
ἀναπλημμύρω
ἀναπληρόω
ἀναπλήρωμα
ἀναπλήρωσις
ἀναπληρωτέον
ἀναπληρωτέος
ἀναπληρωτικός
ἀναπληστικός
ἀναπλίσσω
ἀναπλοκή
ἀνάπλοος
ἀναπλόω
ἀνάπλυσις
View word page
ἀναπλήρωμα
filling
ShortDef
filling
Debugging
Headword:
ἀναπλήρωμα
Headword (normalized):
ἀναπλήρωμα
Headword (normalized/stripped):
αναπληρωμα
Intro Text:
filling
IDX:
6280
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-6281
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "filling" }