Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀναπλασμός
ἀναπλάσσω
ἀναπλαστέον
ἀναπλαστικός
ἀνάπλαστος
ἀναπλατύνομαι
ἀναπλέκω
ἀνάπλεος
ἀνάπλευσις
ἀναπλέω
ἀναπλήθω
ἀναπλημμυρέω
ἀναπλημμύρω
ἀναπληρόω
ἀναπλήρωμα
ἀναπλήρωσις
ἀναπληρωτέον
ἀναπληρωτέος
ἀναπληρωτικός
ἀναπληστικός
ἀναπλίσσω
View word page
ἀναπλήθω
to be full
ShortDef
to be full
Debugging
Headword:
ἀναπλήθω
Headword (normalized):
ἀναπλήθω
Headword (normalized/stripped):
αναπληθω
Intro Text:
to be full
IDX:
6276
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-6277
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be full" }