Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὁλογραφέω
ὁλογραφία
ὁλόγραφος
ὁλόγυρος
ὁλοδάκτυλος
ὀλοεργής
ὁλοήμερος
ὁλοθούριον
ὀλοθρευτής
ὀλοθρευτικός
ὀλοθρεύω
ὁλοίτροχος
ὀλοίτροχος
ὁλοκάθαρος
ὁλοκάλαμος
ὁλόκαλος
ὁλοκαρπόομαι
ὁλόκαρπος
ὁλοκάρπωμα
ὁλοκάρπωσις
ὁλοκαυτέω
View word page
ὀλοθρεύω
to destroy utterly
ShortDef
to destroy utterly
Debugging
Headword:
ὀλοθρεύω
Headword (normalized):
ὀλοθρεύω
Headword (normalized/stripped):
ολοθρευω
Intro Text:
to destroy utterly
IDX:
61542
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-61543
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to destroy utterly" }