Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὀλιγοπαιδία
ὀλιγόπαις
ὀλιγόπιστος
ὀλιγόπνους
ὀλιγοποιέω
ὀλιγοπόλιος
ὀλιγοπονία
ὀλιγόπονος
ὀλιγοποσία
ὀλιγοποτέω
ὀλιγοπότης
ὀλιγόποτος
ὀλιγοπραγμοσύνη
ὀλιγοπράγμων
ὀλιγόπτερος
ὀλιγόπυρος
ὀλιγόρριζος
ὀλίγος
ὀλιγοσαρκος
ὀλιγόσαρκος
ὀλιγοσθενέω
View word page
ὀλιγοπότης
one who drinks little
ShortDef
one who drinks little
Debugging
Headword:
ὀλιγοπότης
Headword (normalized):
ὀλιγοπότης
Headword (normalized/stripped):
ολιγοποτης
Intro Text:
one who drinks little
IDX:
61419
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-61420
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "one who drinks little" }