Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὀδοντοτύραννος
ὀδοντοφόρος
ὀδοντοφυέω
ὀδοντοφυής
ὀδοντοφυΐα
ὀδοντοφυτικός
ὀδοντωτός
ὁδοποιέω
ὁδοποίησις
ὁδοποιητικός
ὁδοποιία
ὁδοποιός
ὀδός
ὁδός
ὁδοσκοπέω
ὁδοστρωσία
ὁδουρέω
ὁδουρός
ὀδούς
ὁδοφυλακέω
ὁδοφύλαξ
View word page
ὁδοποιία
road making
ShortDef
road making
Debugging
Headword:
ὁδοποιία
Headword (normalized):
ὁδοποιία
Headword (normalized/stripped):
οδοποιια
IDX:
60617
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-60618
Key:
Data
{'content': 'road making'}