Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὄβριμος
ὀβριμόσπορος
ὄβρυζα
ὄβρυζος
ὀγδοαδικός
ὀγδοαῖος
ὀγδοάς
ὀγδοατικός
ὀγδόατος
ὀγδοήκοντα
ὀγδοηκοντάδραχμος
ὀγδοηκοντάπηχυς
ὀγδοηκοντάρουρος
ὀγδοηκοντατάλαντος
ὀγδοηκοντατέσσαρες
ὀγδοηκοντούτης
ὀγδοηκοσταῖος
ὀγδοηκοστός
ὀγδοημόριον
ὄγδοος
Ὄγκα
View word page
ὀγδοηκοντάδραχμος
amounting to eighty drachmae
ShortDef
amounting to eighty drachmae
Debugging
Headword:
ὀγδοηκοντάδραχμος
Headword (normalized):
ὀγδοηκοντάδραχμος
Headword (normalized/stripped):
ογδοηκονταδραχμος
Intro Text:
amounting to eighty drachmae
IDX:
60512
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-60513
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "amounting to eighty drachmae" }