Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὀβολολογέω
ὀβολός
ὀβολοστατέω
ὀβολοστάτης
ὀβολοστατική
ὄβρια
ὀβρίκαλα
ὀβριμόγυιος
ὀβριμοδερκής
ὀβριμοδυνάστης
ὀβριμοεργός
ὀβριμόθυμος
ὀβριμόπαις
ὀβριμοπάτρη
ὄβριμος
ὀβριμόσπορος
ὄβρυζα
ὄβρυζος
ὀγδοαδικός
ὀγδοαῖος
ὀγδοάς
View word page
ὀβριμοεργός
doing deeds of violence
ShortDef
doing deeds of violence
Debugging
Headword:
ὀβριμοεργός
Headword (normalized):
ὀβριμοεργός
Headword (normalized/stripped):
οβριμοεργος
Intro Text:
doing deeds of violence
IDX:
60498
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-60499
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "doing deeds of violence" }