Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ξυλοτόμος
ξυλοτρόφος
ξυλοτρώκτης
ξυλουργέω
ξυλουργής
ξυλουργία
ξυλουργικός
ξυλουργός
ξυλοφάγος
ξυλοφανής
ξυλοφθόρον
ξυλοφορέω
ξυλοφορία
ξυλοφόριος
ξυλοφόρος
ξυλόφρακτος
ξυλοχάρτια
ξύλοχος
ξυλόω
ξυλώδης
ξύλωμα
View word page
ξυλοφθόρον
that destroys wood
ShortDef
that destroys wood
Debugging
Headword:
ξυλοφθόρον
Headword (normalized):
ξυλοφθόρον
Headword (normalized/stripped):
ξυλοφθορον
Intro Text:
that destroys wood
IDX:
60384
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-60385
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "that destroys wood" }