Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ξυλοπυρία
ξυλοπώλης
ξυλοπωλικός
ξυλοπώλιον
ξυλοσπόγγιον
ξυλοστεγής
ξυλόστομος
ξυλοσχίστης
ξυλοτομία
ξυλοτόμος
ξυλοτρόφος
ξυλοτρώκτης
ξυλουργέω
ξυλουργής
ξυλουργία
ξυλουργικός
ξυλουργός
ξυλοφάγος
ξυλοφανής
ξυλοφθόρον
ξυλοφορέω
View word page
ξυλοτρόφος
producing timber
ShortDef
producing timber
Debugging
Headword:
ξυλοτρόφος
Headword (normalized):
ξυλοτρόφος
Headword (normalized/stripped):
ξυλοτροφος
Intro Text:
producing timber
IDX:
60375
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-60376
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "producing timber" }