Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ξύλον
ξυλοναΐσκιον
ξυλόξεσις
ξυλοπαγής
ξυλοπάκτων
ξυλοπέδη
ξυλοπόδης
ξυλοποιός
ξυλοπριστικός
ξυλοπύλιον
ξυλοπυρία
ξυλοπώλης
ξυλοπωλικός
ξυλοπώλιον
ξυλοσπόγγιον
ξυλοστεγής
ξυλόστομος
ξυλοσχίστης
ξυλοτομία
ξυλοτόμος
ξυλοτρόφος
View word page
ξυλοπυρία
sharpening to a point with fire
ShortDef
sharpening to a point with fire
Debugging
Headword:
ξυλοπυρία
Headword (normalized):
ξυλοπυρία
Headword (normalized/stripped):
ξυλοπυρια
Intro Text:
sharpening to a point with fire
IDX:
60365
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-60366
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "sharpening to a point with fire" }