Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
νομοθετικός
νομοΐστωρ
νομομαχέω
νομόνδε
νομοποιέω
νομοποιός
νομός
νόμος
νομοφυλακέω
νομοφυλακία
νομοφυλακικός
νομοφυλάκιον
νομοφυλακίς
νομοφύλαξ
νομώδης
νομῳδός
νομώνης
νοογάστωρ
νοοειδής
νοοπλανής
νοόπληκτος
View word page
νομοφυλακικός
observant of law
ShortDef
observant of law
Debugging
Headword:
νομοφυλακικός
Headword (normalized):
νομοφυλακικός
Headword (normalized/stripped):
νομοφυλακικος
Intro Text:
observant of law
IDX:
59744
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-59745
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "observant of law" }