Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
νομοδιδάσκαλος
νομοδίφας
νομοδότης
νομοθεσία
νομοθέσμως
νομοθετέω
νομοθέτημα
νομοθέτης
νομοθετητέος
νομοθετικός
νομοΐστωρ
νομομαχέω
νομόνδε
νομοποιέω
νομοποιός
νομός
νόμος
νομοφυλακέω
νομοφυλακία
νομοφυλακικός
νομοφυλάκιον
View word page
νομοΐστωρ
learned in the laws
ShortDef
learned in the laws
Debugging
Headword:
νομοΐστωρ
Headword (normalized):
νομοΐστωρ
Headword (normalized/stripped):
νομοιστωρ
Intro Text:
learned in the laws
IDX:
59735
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-59736
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "learned in the laws" }