Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
νεώρης
νεώριον
νέωρος
νεωρός
νεώροφος
νεωρυχής
νεώς
νεώσοικος
νεωστί
νέωτα
νεώτατος
νεωτερίζω
νεωτερικός
νεωτέρισις
νεωτέρισμα
νεωτερισμός
νεωτεριστής
νεωτεριστικός
νεωτεροποιέω
νεωτεροποιία
νεωτεροποιός
View word page
νεώτατος
youngest
ShortDef
youngest
Debugging
Headword:
νεώτατος
Headword (normalized):
νεώτατος
Headword (normalized/stripped):
νεωτατος
IDX:
59394
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-59395
Key:
Data
{'content': 'youngest'}