Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
νεωποιία
νεωποιικός
νεωποιός
νεωρέω
νεώρης
νεώριον
νέωρος
νεωρός
νεώροφος
νεωρυχής
νεώς
νεώσοικος
νεωστί
νέωτα
νεώτατος
νεωτερίζω
νεωτερικός
νεωτέρισις
νεωτέρισμα
νεωτερισμός
νεωτεριστής
View word page
νεώς
a temple (LSJ ναός)
ShortDef
a temple (LSJ ναός)
Debugging
Headword:
νεώς
Headword (normalized):
νεώς
Headword (normalized/stripped):
νεως
IDX:
59390
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-59391
Key:
Data
{'content': 'a temple (LSJ ναός)'}