Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

νεοχάρακτος
νεοχμός
νεοχμόω
νεόχμωσις
νεόχνοος
νεόχριστος
νεοχρύσεος
νεόχυτος
νεόψηφος
νεόω
νέπους
νεράνειον
νερανίας
νερανίζω
νεράνιον
νερανίς
νερανίτης
νέρτατος
νερτέριος
νερτεροδρόμος
νερτερόμορφος
View word page
νέπους
child (pl. only)

ShortDef

child (pl. only)

Debugging

Headword:
νέπους
Headword (normalized):
νέπους
Headword (normalized/stripped):
νεπους
IDX:
59264
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-59265
Key:

Data

{'content': 'child (pl. only)'}