Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

Νεοπτόλεμος
νεόπτολις
νεοπτορθής
νεοπυρίητος
νέοργος
νεορραγής
νεόρραντος
νεορραφής
νεόρρυτος
νεόρρυτος2
νεορρύφητος
νέορτος
νεός
νέος
νεοσίγαλος
νεοσκαφής
νεοσκύλευτος
νεόσμηκτος
νεοσμίλευτος
νεοσπαδής
νεοσπάρακτος
View word page
νεορρύφητος
having lately taken liquid nourishment

ShortDef

having lately taken liquid nourishment

Debugging

Headword:
νεορρύφητος
Headword (normalized):
νεορρύφητος
Headword (normalized/stripped):
νεορρυφητος
IDX:
59181
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-59182
Key:

Data

{'content': 'having lately taken liquid nourishment'}