Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
νεοκηδής
νεοκλαδής
νεοκληρόνομος
Νεοκλῆς
νεόκλωστος
νεοκμής
νεόκμητος
νεοκονίατος
νεόκοπος
νεόκοπτος
νεόκοτος
νεόκουρος
νεόκουφον
νεοκράς
Νεόκρητες
νεόκριτος
νεόκροτος
νεόκτητος
νεόκτιστος
νεόκτονος
Νεόκωμον
View word page
νεόκοτος
new and strange, unheard of
ShortDef
new and strange, unheard of
Debugging
Headword:
νεόκοτος
Headword (normalized):
νεόκοτος
Headword (normalized/stripped):
νεοκοτος
Intro Text:
new and strange, unheard of
IDX:
59117
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-59118
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "new and strange, unheard of" }