Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
νεκρωτικός
νέκταρ
νεκτάρεος
νεκταρίτης
νεκταροειδής
νεκταροσταγής
νεκταρώδης
νεκυαγωγή
νεκυάμβατος
νεκυδαίμων
νεκύδαλος
νεκυηδόν
νεκυηπόλος
νέκυια
νεκυϊκός
νεκυοδαίμων
νεκυομαντεία
νεκυομαντεῖον
νεκυομαντικός
νεκυοστόλος
νέκυς
View word page
νεκύδαλος
the nympha of the silkworm
ShortDef
the nympha of the silkworm
Debugging
Headword:
νεκύδαλος
Headword (normalized):
νεκύδαλος
Headword (normalized/stripped):
νεκυδαλος
Intro Text:
the nympha of the silkworm
IDX:
59010
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-59011
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "the nympha of the silkworm" }