Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Μολύκρειον
μολυνοπραγμονέομαι
μόλυνσις
μολυντός
μολύνω
μόλυσμα
μολυσματώδης
μολυσμός
Μόλων
Μόμμιος
μομφά
μομφή
μονάγκων
μοναγρία
μοναδελφία
μονάδην
μοναδιαῖος
μοναδικός
μοναδισμός
μοναδιστί
μονάζω
View word page
μομφά
censure
ShortDef
censure
Debugging
Headword:
μομφά
Headword (normalized):
μομφά
Headword (normalized/stripped):
μομφα
IDX:
57614
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-57615
Key:
Data
{'content': 'censure'}