Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
μολπαῖος
μολπαρχέω
μολπαστής
μολπεύω
μολπή
μολπηδόν
μολπῆτις
μολποδώρα
μολυβᾶς
μολύβδαινα
μολυβδάνθρωπος
μολύβδεος
μολυβδιάω
μολυβδίζω
μολυβδικός
μολύβδινος
μολύβδιον
μολυβδίς
μολυβδόδετος
μολυβδοειδής
μολυβδοκόπος
View word page
μολυβδάνθρωπος
lead-man
ShortDef
lead-man
Debugging
Headword:
μολυβδάνθρωπος
Headword (normalized):
μολυβδάνθρωπος
Headword (normalized/stripped):
μολυβδανθρωπος
IDX:
57579
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-57580
Key:
Data
{'content': 'lead-man'}