Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀναιρετικός
ἀναίρετος
ἀναιρέω
ἀναίρω
ἀναισθησία
ἀναισθησιολογία
ἀναισθητέω
ἀναίσθητος
ἀναίσιμος
ἀναισιμόω
ἀναισίμωμα
ἀναίσιος
ἀναΐσσω
ἀναισχυντέω
ἀναισχύντημα
ἀναισχυντία
ἀναισχυντογράφος
ἀναισχυντοποιός
ἀναίσχυντος
ἀναίτητος
ἀναιτίατος
View word page
ἀναισίμωμα
consumption, expenditure
ShortDef
consumption, expenditure
Debugging
Headword:
ἀναισίμωμα
Headword (normalized):
ἀναισίμωμα
Headword (normalized/stripped):
αναισιμωμα
Intro Text:
consumption, expenditure
IDX:
5750
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-5751
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "consumption, expenditure" }