Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀναιμία
ἀναιμορράγητος
ἄναιμος
ἀναιμόσαρκος
ἀναιμόχρους
ἀναίμων
ἀναιμωτί
ἀναίνομαι
ἀναίρεσις
ἀναιρετέον
ἀναιρέτης
ἀναιρετικός
ἀναίρετος
ἀναιρέω
ἀναίρω
ἀναισθησία
ἀναισθησιολογία
ἀναισθητέω
ἀναίσθητος
ἀναίσιμος
ἀναισιμόω
View word page
ἀναιρέτης
destroyer, murderer
ShortDef
destroyer, murderer
Debugging
Headword:
ἀναιρέτης
Headword (normalized):
ἀναιρέτης
Headword (normalized/stripped):
αναιρετης
Intro Text:
destroyer, murderer
IDX:
5739
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-5740
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "destroyer, murderer" }