Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀναθορυβέω
ἀνάθρεμμα
ἀναθρεπτέον
ἀναθρεπτικός
ἀνάθρεπτος
ἀνάθρεψις
ἀναθρέω
ἀναθρηνέω
ἀνάθρησις
ἀνάθριξ
ἀναθρύπτομαι
ἀναθρῴσκω
ἀναθυάω
ἀναθυμίαμα
ἀναθυμίασις
ἀναθυμιάω
ἀναθυρόω
ἀναθύω
ἀναθύω2
ἀναίδεια
ἀναιδείη
View word page
ἀναθρύπτομαι
indulge in affectation
ShortDef
indulge in affectation
Debugging
Headword:
ἀναθρύπτομαι
Headword (normalized):
ἀναθρύπτομαι
Headword (normalized/stripped):
αναθρυπτομαι
Intro Text:
indulge in affectation
IDX:
5708
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-5709
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "indulge in affectation" }