Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀγλαομορφέω
ἀγλαόμορφος
ἀγλαόπαις
ἀγλαόπεπλος
ἀγλαόπηχυς
ἀγλαόπιστος
ἀγλαοποιέω
ἀγλαός
ἀγλαότιμος
ἀγλαοτρίαινα
ἀγλαοφεγγής
ἀγλαόφημος
ἀγλαόφοιτος
ἀγλαόφορτος
Ἀγλαοφῶν
ἀγλαόφωνος
ἀγλαοφῶτις
ἀγλαοχαίτας
ἀγλαόχαρτος
ἀγλαφύρως
ἀγλαώψ
View word page
ἀγλαοφεγγής
splendidly shining
ShortDef
splendidly shining
Debugging
Headword:
ἀγλαοφεγγής
Headword (normalized):
ἀγλαοφεγγής
Headword (normalized/stripped):
αγλαοφεγγης
Intro Text:
splendidly shining
IDX:
569
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-570
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "splendidly shining" }