Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
μητροδίδακτος
μητρόδοκος
Μητρόδωρος
μητροήθης
μητρόθεν
μητροκασιγνήτη
μητροκοίτης
μητροκολωνεία
μητροκτονέω
μητροκτονία
μητροκτόνος
μητροκωμία
μητρόληπτος
μητρομανία
μητρομήτωρ
μητρομιξία
μητρόξενος
μητροπάτωρ
μητρόπολις
μητροπολίτης
μητροπολιτικός
View word page
μητροκτόνος
killing one's mother, matricidal
ShortDef
killing one's mother, matricidal
Debugging
Headword:
μητροκτόνος
Headword (normalized):
μητροκτόνος
Headword (normalized/stripped):
μητροκτονος
IDX:
56876
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-56877
Key:
Data
{'content': "killing one's mother, matricidal"}