Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
μετεγγράφω
μετέγγυος
μετεγκεντρίζω
μετεγκλίνω
μετεγχέω
μέτειμι
μέτειμι2
μετεῖπον
μετεισβαίνω
μετεισδύνω
μετεισέρχομαι
μετεκβαίνω
μετέκβασις
μετεκβιβάζω
μετέκγονοι
μετεκδέχομαι
μετεκδίδωμι
μετέκδυμα
μετεκδύομαι
μετεκέχειρον
μετεκπνέω
View word page
μετεισέρχομαι
pass into
ShortDef
pass into
Debugging
Headword:
μετεισέρχομαι
Headword (normalized):
μετεισέρχομαι
Headword (normalized/stripped):
μετεισερχομαι
Intro Text:
pass into
IDX:
56432
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-56433
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "pass into" }