Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀγλαόδωρος
ἀγλαοεργός
ἀγλαόθρονος
ἀγλαόθυμος
ἀγλαόκαρπος
ἀγλαόκουρος
ἀγλαόκωμος
ἀγλαομειδής
ἀγλαόμητις
ἀγλαομορφέω
ἀγλαόμορφος
ἀγλαόπαις
ἀγλαόπεπλος
ἀγλαόπηχυς
ἀγλαόπιστος
ἀγλαοποιέω
ἀγλαός
ἀγλαότιμος
ἀγλαοτρίαινα
ἀγλαοφεγγής
ἀγλαόφημος
View word page
ἀγλαόμορφος
of beauteous form
ShortDef
of beauteous form
Debugging
Headword:
ἀγλαόμορφος
Headword (normalized):
ἀγλαόμορφος
Headword (normalized/stripped):
αγλαομορφος
Intro Text:
of beauteous form
IDX:
560
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-561
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "of beauteous form" }